διάρα

διάρα
η монета в две лепты;

§ δε δίνω διάρα — не давить и гроша


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "διάρα" в других словарях:

  • διαράσασθαι — διαρά̱σασθαι , διαράομαι curse aor inf mp (attic) διαρά̱σασθαι , διαράομαι curse aor inf mp (doric aeolic) διαρραίνομαι aor inf mid (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαράμενον — διᾱράμενον , διαίρω raise up aor part mid masc acc sg διᾱράμενον , διαίρω raise up aor part mid neut nom/voc/acc sg διαρά̱μενον , διαράομαι curse pres part mp masc acc sg (doric aeolic) διαρά̱μενον , διαράομαι curse pres part mp neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαραμένῳ — διᾱραμένῳ , διαίρω raise up aor part mid masc/neut dat sg διαρᾱμένῳ , διαράομαι curse pres part mp masc/neut dat sg (doric aeolic) διαρᾱμένῳ , διαράομαι curse perf part mp masc/neut dat sg (attic) διαρᾱμένῳ , διαράομαι curse pres part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαράμενοι — διᾱράμενοι , διαίρω raise up aor part mid masc nom/voc pl διαρά̱μενοι , διαράομαι curse pres part mp masc nom/voc pl (doric aeolic) διαρά̱μενοι , διαράομαι curse perf part mp masc nom/voc pl (attic) διαρά̱μενοι , διαράομαι curse pres part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαράμενος — διᾱράμενος , διαίρω raise up aor part mid masc nom sg διαρά̱μενος , διαράομαι curse pres part mp masc nom sg (doric aeolic) διαρά̱μενος , διαράομαι curse perf part mp masc nom sg (attic) διαρά̱μενος , διαράομαι curse pres part mp masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαραμένη — διᾱραμένη , διαίρω raise up aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαρᾱμένη , διαράομαι curse perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαρᾱμένη , διαράομαι curse pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυάρα — και διάρα, η και δυάρι [δύο] 1. παλαιότερο χάλκινο νόμισμα τού ελληνικού κράτους αξίας δύο λεπτών 2. (στη χαρτοπαιξία) χαρτί τής τράπουλας με τον αριθμό δύο 3. στον πληθ. δυάρες στα ζάρια όταν στο ρίξιμο πέσει και στα δύο ο αριθμός δύο 4. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

  • διαραγῆναι — διαράσσω strike through aor inf pass διαράσσω strike through aor inf pass διαρρήγνυμι break through aor inf pass διαρᾱγῆναι , διαρρήγνυμι break through aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάρασθαι — διά̱ρασθαι , διαίρω raise up aor inf mid διάρᾱσθαι , διαράομαι curse pres inf mp (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»